Κοινωνία - Πολιτική  /  Πρόσωπα και Ιδέες

24 Σεπτεμβρίου 2017

«Adam Smith:

Ο Διαφωτισμός και τα νέα ήθη του εμπορίου»

 

Γράφει ο Διονύσης Γ. Δρόσος

Ο Άνταμ Σμιθ (1723-1790) οφείλει την υστεροφημία του κατά κύριο λόγο στο έργο του: 
"Έρευνα για τις Πηγές και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών" (1776).

 

Δεν αποτέλεσε εξαίρεση στη μοίρα των συγγραφέων που είναι υπεύθυνοι για το έργο τους, αλλά όχι για την μετέπειτα πορεία, πρόσληψη και χρήση του. Μια μικρή σειρά από φράσεις-κλισέ που μοιάζουν με συνθήματα κωδικοποίησαν για πολύ μεγάλο διάστημα αυτό που θεωρήθηκε το απόσταγμα της πνευματικής του προσφοράς: ‘ιδρυτής της οικονομικής επιστήμης’, ‘πατέρας του οικονομικού φιλελευθερισμού’, ‘κήρυκας της ελευθερίας της αγοράς και του εμπορίου’, ‘επικριτής του κρατικού παρεμβατισμού’, ‘θεμελιωτής της πρωτοκαθεδρίας του εγωιστικού συμφέροντος’, ‘θεωρητικός της εναρμόνισης της οικονομίας μέσα από την ασχεδίαστη επενέργεια ενός αόρατου χεριού’, κοκ. Τα τελευταία 40 χρόνια, ωστόσο, με την άνοδο και κυριαρχία του λεγόμενου ‘νεοφιλελευθερισμού’, το έργο του Σμιθ αποτέλεσε αντικείμενο επισταμένης μελέτης κυρίως (αν και όχι μόνον) στον αγγλόφωνο κόσμο. Η σύγχρονη έρευνα ανέδειξε έναν ενδιαφέροντα πλούτο στη σκέψη του Σκώτου φιλοσόφου και τροποποίησε σε εντυπωσιακό βαθμό την απλοϊκή, ‘ορθόδοξη’ στερεοτυπική του πρόσληψη. Κυρίως έγινε σαφές ότι η σκέψη του Άνταμ Σμιθ δεν μπορεί να γίνει κατανοητή παρά υπό δύο όρους: 1) αποτελεί οργανικό μέρος μιας ιδιαίτερα εντατικής και πολύπλευρης ζύμωσης ιδεών που είναι γνωστή ως ‘σκωτικός Διαφωτισμός’ και 2) δεν τυποποιείται σε ένα στενά οικονομικό έργο, αλλά εκτείνεται σε ένα ανοικτό και ανολοκλήρωτο σχέδιο που περιλαμβάνει και μια σημαντική ηθική θεωρία.


Το κίνημα του σκωτικού Διαφωτισμού άνθησε κατά το διάστημα μεταξύ δυο ιστορικών σταθμών: της Πράξης Ένωσης της Σκωτίας με την Αγγλία το 1707 και της Γαλλικής Επανάστασης το 1789. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν την Ένωση αφορούσαν το νομικό πλαίσιο, τις θρησκευτικές ελευθερίες και τη σχέση Εκκλησίας-κράτους και τη διάλυση των παραδοσιακών στρατιωτικών-οικογενειακών κοινοτικών μορφωμάτων. H έκπτωση, μετά την Ένωση, του παραδοσιακού καλβινιστικού μοραλισμού με όχημα την τοπική ενορία των πρεσβυτέρων, στο νέο πνεύμα της ανεξιθρησκίας και της ανάδυσης των ηθών του μοντέρνου εμπορίου, άφησε ένα ανησυχητικό κενό στο επίπεδο των δεσμών της κοινωνικής συνοχής. Για την κάλυψη αυτού του κενού αναπτύχθηκε μια ευρύτατη ηθικο-φιλοσοφική συζήτηση, η οποία σφράγισε την ιδιαιτερότητα του σκωτικού Διαφωτισμού. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκε η ιστορική Σκωτική σχολή της θεωρίας των σταδίων, η ηθική ψυχολογία και φιλοσοφική ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία και η πολιτική οικονομία.


Η πνευματική αυτή κίνηση αναπτύχθηκε στα νέα αναδιαρθρωμένα Πανεπιστήμια και τις πολυάριθμες λέσχες της σκωτικής διανόησης. Οι μεγαλύτερες μορφές της διανόησης αυτής ήταν οι: Χάτσεσον, Χιούμ, Καίημς, Σμιθ, Φέργκιουσον, Ρήντ, Μπλαίρ, Μίλλαρ, Ρόμπερτσον, Στιούαρτ κ.α.
Η συμβολή του Σμιθ αναπτύσσεται στα έργα του και τη διδασκαλία του: την Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων, η οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1759 και γνώρισε άλλες έξι επανεκδόσεις μέχρι το 1790, την Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών που εκδίδεται για πρώτη φορά το 1776. Οι σημειώσεις από τις παραδόσεις φυσικού δικαίου των περιόδων 1762-3 (δημοσιεύθηκαν το 1895) και 1763-4 (βρέθηκαν το 1958).
*
Η ηθική θεωρία του Σμιθ εντάσσεται στο ρεύμα της λεγόμενης συναισθηματοκρατίας: α) οι αρχές της ηθικής δεν πηγάζουν από αφηρημένους ορθολογικούς συλλογισμούς, αλλά θεμελιώνονται στα συναισθήματα, β) οι ηθικές διακρίσεις του καλού και του κακού δεν γίνονται με βάση λογικές κρίσεις, αλλά ηθικά συναισθήματα. Από τον Χιούμ παραλαμβάνει την έννοια της συμπάθειας, για κτίσει πάνω της την ηθική του θεωρία. Για τον Σμιθ, η συμπάθεια είναι ο ψυχολογικός μηχανισμός, μέσω του οποίου ο παρατηρητής νιώθει ένα συναίσθημα ή πάθος ανάλογο, με εκείνο που νιώθει ο παρατηρούμενος πράττων. Το συναίσθημα αυτό δεν είναι απλώς το αντίγραφο του εν λόγω πρωτογενούς πάθους, αλλά γεννάται από τον αναστοχασμό των συνθηκών υπό τις οποίες βρίσκεται ο παρατηρούμενος. Η συμπάθεια λειτουργεί ως οδηγός της ηθικής κρίσης και συγχρόνως ως μηχανισμός μετριασμού των εγωιστικών ακροτήτων.
Η συστηματική παρατήρηση των ηθικών συναισθημάτων οδηγεί βαθμιαία σε γενικεύσεις, ήτοι στο σχηματισμό γενικών κανόνων. Ώστε οι γενικοί κανόνες της ηθικής δεν δίδονται εξ αποκαλύψεως ούτε υπαγορεύονται από αφηρημένες αρχές, αλλά σχηματίζονται επαγωγικά, όπως σχηματίζονται και οι κανόνες της γραμματικής.
Σε μια κοινωνία ιδιοκτητών, η ατομική δίψα για διάκριση προϋποθέτει την κοινωνική αναγνώριση. Η δε κοινωνική αναγνώριση αποτελεί το μη σχεδιασμένο αποτέλεσμα μιας διαδικασίας συναισθηματικής διαπραγμάτευσης, που προσομοιάζει με ‘παζάρι’: η εγωϊστική προτίμηση του καθενός υπέρ του εαυτού του δεν μπορεί να κερδίσει αναγνώριση, παρά στο βαθμό που δεν υπερβαίνει ένα κρίσιμο όριο, το οποίο προσβάλλει την εγωϊστική προτίμηση των άλλων για τον εαυτό τους. Το όριο αυτό δεν είναι δεδομένο εκ των προτέρων, όπως δεν είναι δεδομένη ούτε η τιμή αγοράς: διαμορφώνεται μέσω μιας διαπραγμάτευσης μεταξύ εκείνου που ο καθένας είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει και εκείνου το οποίο ο άλλος είναι διατεθειμένος να πληρώσει. Ο καθένας λοιπόν βρίσκεται υποχρεωμένος να κατεβάζει συνετά τις απαιτήσεις του στο επίπεδο εκείνο όπου συναντά την ανοχή των άλλων. Αλλιώς δεν θα πωλήσει το προϊόν στην αγορά ούτε θα κερδίσει αναγνώριση από την ηθική κοινότητα των συνετών εγωϊστών: με το προϊόν αδιάθετο και την ηθική του προσωπικότητα αποδοκιμαζόμενη, κανείς δεν έχει ζωτικό πεδίο να διεκδικήσει την διάκριση και την ατομική του προκοπή.
*
Στην πολιτική οικονομία, νοούμενη ως ειδική περιοχή της ηθικής, εφαρμόζεται λοιπόν η ίδια αρχή του βήμα προς βήμα σχηματισμού των αξιών.
Αντίθετα από τις θεμελιώδεις παραδοχές του εμποροκρατικού συστήματος, κυρίαρχου τότε, ο Σμιθ δείχνει ότι πηγή του πλούτου δεν είναι ούτε η συσσώρευση χρυσού στα ταμεία του κράτους ούτε το θετικό εμπορικό ισοζύγιο, αλλά η παραγωγική εργασία. Η αξιοποίηση του πλεονάσματος όχι για πολυτελή, μα για παραγωγική κατανάλωση (επένδυση), όχι για συντήρηση υπηρετών και ακολούθων, αλλά ως κεφάλαιο που πληρώνει μέσα παραγωγής και εργάτες, είναι η πηγή της αύξησης του πλούτου. Όσο μεγαλύτερη η αγορά, τόσο βαθύτερη η ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας, στο εσωτερικό της παραγωγικής μονάδας.
Το αποτέλεσμα είναι τεράστια αύξηση της παραγόμενης ποσότητας, συντόμευση του χρόνου παραγωγής και μηχανοποίηση των εργασιών. Η παραγωγή μεγαλύτερου προϊόντος σε λιγότερο χρόνο σημαίνει πτώση της τιμής, αυτό συνεπάγεται αύξηση των πωλήσεων και αυτή με τη σειρά της, αύξηση των κερδών· η αύξηση των κερδών προκαλεί την επένδυση και άλλων επιχειρήσεων στον κλάδο. Η αύξηση του ανταγωνισμού επιφέρει αύξηση της παραγωγικότητας και μείωση των τιμών. Μείωση των τιμών σημαίνει αύξηση του πραγματικού μισθού. Έτσι ο πλουτισμός των κατόχων κεφαλαίου είναι συμβατός με την ευημερία του ‘μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας’ που αποτελούν οι εργαζόμενοι και χωρίς την ευημερία των οποίων, όπως δηλώνει ρητά και επανειλημμένα ο Σμιθ είναι αδιανόητη η ευημερία του έθνους. Η κατανομή του πλούτου με αυτόν τον μη σχεδιασμένο από κανέναν τρόπο, μοιάζει σαν να έγινε από κάποιο ‘αόρατο χέρι’ το οποίο την πραγματοποίησε τόσο σοφά και δίκαια όσο κανένα ‘ορατό χέρι’ ενός τόσο ατελούς όντος όπως ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να πετύχει.
Η μηχανισμός αυτορρύθμισης και εξισορρόπησης όμως δεν λειτουργεί παρά υπό δύο όρους:
1) τη διανοητική και ηθική ικανότητα των ατόμων να μετέχουν στα συναισθήματα συμπάθειας, και
2) την προστασία του πλήρους ανταγωνισμού απέναντι στις αλλοιώσεις που επιφέρει στην αγορά και στην πολιτική η συγκέντρωση τεράστιας μονοπωλιακής δύναμης. Χωρίς τη διαμόρφωση αυτής της σταθεράς του συνετού και κοινωνικά συμβατού εγωϊσμού, το όλο εναρμονιστικό σχήμα υπονομεύεται και αποδιαρθρώνεται υπέρ μιας χαοτικής αταξίας όπου βασιλεύει η ηθική διαφθορά και ο αχαλίνωτος αντικοινωνικός εγωϊσμός. Ο Σμιθ δείχνει σαφώς να έχει επίγνωση αυτού του κινδύνου, όπως φαίνεται από την οξύτατη κριτική του προς το ‘μονοπωλιακό φρόνημα’ της αδηφάγου πλεονεξίας των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και της διαπλοκής των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων με την πολιτική διοίκηση και τη νομοθεσία.
Ο Πλούτος των Εθνών λοιπόν θα πρέπει να διαβασθεί ως μια μερική περίπτωση εφαρμογής της γενικότερης ηθικής θεωρίας της συμπάθειας, θεωρία την οποία συνέχισε να επεξεργάζεται ο Σμιθ στις έξι επανεκδόσεις της Θεωρίας των Ηθικών Συναισθημάτων. Κάθε άλλο παρά απολογητής της ασυδοσίας των εγωισμών, υπήρξε ένας συνετός στοχαστής των απαιτητικών και εύθραυστων (προ πολλού ξεπερασμένων στην εποχή μας) όρων της αυτορύθμισης σε μια κοινωνία που μόλις είχε χειραφετηθεί από τους παραδοσιακούς δεσμούς της κοινοτικής εξάρτησης.

* Ο Διονύσης Γ. Δρόσος  είναι Καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Τη σειρά επιμελείται ο Αχιλλέας Ε. Κούμπος

Διαβάστε το άρθρο στο:

www.eleftheria.gr

Αναζητώντας την ελληνική ταυτότητα: Το πρόβλημα της «ελληνικότητας»