Κοινωνία - Πολιτική  /  Πρόσωπα και Ιδέες

25 Ιουνίου 2017

Ο Αυγουστίνος και η Πολιτεία του Θεού

 

Γράφει ο Νικόλαος Ζαρωτιάδης

 

Ο Αυρήλιος Αυγουστίνος γεννήθηκε στην Ταγάστη, μια μικρή επαρχιακή πόλη της ρωμαιοκρατούμενης τότε Νουμιδίας, στις 13 Νοεμβρίου του έτους 354 μ.Χ. Ο πατέρας του, ο Πατρίκιος, ήταν ειδωλολάτρης, ενώ η μητέρα του, η Μόνικα, υπήρξε ευσεβής χριστιανή.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην πατρίδα του. Στη συνέχεια, οι γονείς του τον έστειλαν σε μια γειτονική πόλη, τα Μάδαυρα, για να σπουδάσει ρητορική και λογοτεχνία. Για ανώτερες σπουδές ο πατέρας του θα τον στείλει στην Καρχηδόνα, πνευματικό κέντρο της εποχής, με σκοπό να εξελιχθεί σε ένα δεινό επαγγελματία ρήτορα. Εκεί ο Αυγουστίνος θα πληροφορηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Τις σπουδές του θα τις συνεχίσει με την οικονομική ενίσχυση που θα του προσφέρει ο Ρωμανιανός, ένας «μαικήνας» της εποχής.

Στα νεανικά του χρόνια υπήρξε ασταθής και παραδόθηκε στις σαρκικές απολαύσεις. Συζούσε, μάλιστα, σε ηλικία δεκαέξι ετών, παράνομα με μια γυναίκα, με την οποία θα αποκτήσει ένα γιο, τον Αδεοδάτο (a Deo datum=δοθέντα από τον Θεό). Ο Αυγουστίνος δίδαξε ρητορική στην Καρχηδόνα. Εκεί ακολούθησε την αίρεση του Μανιχαϊσμού, την οποία αργότερα πολέμησε σφοδρά. Στην Καρχηδόνα θα μείνει για εννιά χρόνια (373-382). Το 383 εγκαθίσταται στη Ρώμη. Ο Αυγουστίνος θα αρχίσει σταδιακά να αποστρέφεται τον Μανιχαϊσμό και να στρέφεται στη φιλοσοφία του Νεοπλατωνισμού. Τον επόμενο χρόνο (384) ο Σύμμαχος, έπαρχος της Ρώμης, θα τον προσκαλέσει στα Μεδιόλανα (Μιλάνο), για να εργαστεί ως δάσκαλος της ρητορικής στη Νέα Ακαδημία, κέντρο της πλατωνικής φιλοσοφίας. Στο Μιλάνο, ύστερα από προτροπή της μητέρας του, που είχε μεταβεί εκεί, θα έλθει σε επαφή με τον επίσκοπο της πόλης Αμβρόσιο. Το κήρυγμα του επισκόπου θα εισχωρήσει στην ψυχή του. Μέσα του αντιμάχονταν δυο βουλήσεις: η παλιά, της φιληδονίας και της σαρκικής απόλαυσης, και η νέα, που είχε αρχίσει να γεννιέται μέσα του από τον πύρινο λόγο του Αμβροσίου. Ο Αυγουστίνος προβληματισμένος προσπαθούσε όλο αυτόν τον καιρό να ανακαλύψει την αλήθεια. Τότε είναι που θα ακούσει μια φωνή από ένα γειτονικό σπίτι, όπως ο ίδιος εξομολογείται, που θα του ψιθυρίσει «Tolle, lege (πάρε, διάβασε)». Ο Αυγουστίνος με δάκρυα στα μάτια θα εκλάβει τα λόγια ως θεία εντολή και θα ανοίξει την Αγία Γραφή τυχαία στις Επιστολές του Απόστολου Παύλου στο χωρίο (Προς Ρωμ. 13-14): «… αλλά να φορέσετε σαν ένδυμα της ψυχής σας τον Κύριο Ιησού Χριστό, και μη φροντίζετε για τη σάρκα, πώς να ικανοποιείται τις παράνομες επιθυμίες της». Για τον Λατίνο Πατέρα ξεκινά μια περίοδος περισυλλογής σε μια έπαυλη στο Cassiciacum. Εκεί θα μελετήσει συστηματικά την Αγία Γραφή και θα συντάξει πολλές πραγματείες. Ο Αυγουστίνος πλέον ήταν έτοιμος να βαπτισθεί. Το Πάσχα του έτους 387 βαπτίζεται με το γιο του στα Μεδιόλανα από τον πνευματικό του πατέρα Αμβρόσιο. Τον επόμενο χρόνο ο Αυγουστίνος και ο γιος του θα επιστρέψουν στην Αφρική. Η μητέρα του θα πεθάνει στην Όστια και λίγο αργότερα θα πεθάνει και ο γιος του Αδεοδάτος. Συντετριμμένος ο Αυγουστίνος θα μοιράσει όλη την περιουσία του στους φτωχούς και θα ιδρύσει μοναστικό κοινόβιο.  Το 391 χειροτονείται πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Ιππώνος Βαλέριο, τον οποίο θα διαδεχθεί στον επισκοπικό χρόνο το 396 μ.Χ. Ο Αυγουστίνος κοιμήθηκε στις 28 Αυγούστου του έτους 430. Δεν είχε κάνει διαθήκη, γιατί ως φτωχός του Θεού δεν είχε τίποτα στην κατοχή του. Άφησε, όμως, στην Εκκλησία υπεραρκετό κλήρο και μοναστήρια ανδρών και γυναικών γεμάτα από μοναχούς και βιβλιοθήκες. Η μνήμη του τιμάται από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία την ημέρα της κοίμησής του, ενώ από την Ορθόδοξη στις 15 Ιουνίου. Στοιχεία για τον βίο του Αυγουστίνου αντλούμε από τον βιογράφο του Ποσσίδιο, αλλά και από τα ίδια τα έργα του ιερού Πατέρα, κυρίως από τις Confessiones (Εξομολογήσεις) και τις (Retractationes) Αναθεωρήσεις.

Η συγγραφική παραγωγή του Αυγουστίνου είναι πολύ πλούσια και καλύπτει σχεδόν όλα τα είδη της εκκλησιαστικής γραμματείας. Το πιο γνωστό του έργο υπήρξε η Πολιτεία του Θεού. Η Πολιτεία του Θεού αποτελεί καρπό της ώριμης σκέψης του Αυγουστίνου. Αφορμή για τη συγγραφή της στάθηκε η κατάληψη και άλωση της Ρώμης το 410 μ.Χ. από τους Γότθους του Αλάριχου. Πολλοί Εθνικοί τότε κατηγόρησαν τους Χριστιανούς για την πτώση της Ρώμης εξαιτίας της ασέβειάς τους προς τους αρχαίους θεούς της πόλης. Ο Αυγουστίνος θα αναλάβει τη συγγραφή ενός απολογητικού έργου, με απώτερο σκοπό να ανασκευάσει τις ανυπόστατες κατηγορίες των Εθνικών εναντίον του «οίκου του Θεού».

Η Πολιτεία του Θεού περιλαμβάνει 22 βιβλία και χρειάστηκαν 13 ολόκληρα χρόνια για τη συγγραφή της. Ο Αυγουστίνος χωρίζει το βιβλίο σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος (βιβλία 1-10) αντιμάχεται την cultus deorum των Εθνικών και ξεσκεπάζει την πλάνη στην οποία έχουν περιέλθει. Στη συνέχεια, αποκαλύπτει πως πίσω από τους αρχαίους θεούς προστάτες της Ρώμης ελλοχεύει η ραδιουργία των δαιμόνων. Η πραγματική αιτία που οδήγησε στην πτώση της πόλης ήταν η στροφή των Εθνικών στην λατρεία των ψεύτικών θεών. Στο δεύτερο μέρος (βιβλία 11-22) ξεδιπλώνει τη θεολογική του σκέψη και αποκαλύπτει την εσχατολογία του. Όπως ο άγιος υποστηρίζει, ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους για να αποκτήσουν την ευδαιμονία των αγγέλων, δικαίωμα που στερήθηκε ο άνθρωπος λόγω της ανυπακοής του. Η  πτώση των πρωτόπλαστων είχε ως αποτέλεσμα την πτώση όλης της ανθρωπότητας. Για τον Αυγουστίνο ο Θεός αποτελεί την πηγή κάθε καλού. Εκείνος δημιούργησε τον κόσμο αγαθό. Η ύπαρξη του κακού δεν αντίκειται στη θεία αγαθότητα. Το κακό υπάρχει, επειδή Εκείνος το επιτρέπει. Διδάσκει πως η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη, διότι σύμφωνα με την οντότητά της, ποτέ δεν παύει να ζει και να αισθάνεται, ενώ το σώμα είναι θνητό, καθώς δεν ζει από μόνο του. Παράλληλα, η παρθενία, όπως σημειώνει, είναι ιερή και αποτελεί δώρο του Θεού που οδηγεί τις καθαρές ψυχές στον Παράδεισο. Πρότυπο παρθενίας για τον άγιο είναι η Παρθένος και η ίδια η Εκκλησία. Ταυτόχρονα, ο γάμος για τον άγιο αποτελεί τρόπο διαιώνισης του ανθρώπινου είδους και παρουσιάζεται ως παρηγοριά για την απώλεια της αθανασίας εξαιτίας της πτώσης του πρωτόπλαστου.

Ο Αυγουστίνος στο τέλος του έργου του αναφέρεται στην Πολιτεία του Θεού, εκείνη την πολιτεία που κατέχει την προέχουσα θέση. Εκείνη που δημιουργήθηκε με θεία πρόνοια (Divina providentia), εκείνη στην οποία επικρατεί η αιώνια ευδαιμονία (aeterna beatitudo). Στην Πολιτεία του Θεού Εκείνος μας εμπνέει να γίνουμε μέλη της, αντίθετα στη γήινη πολιτεία, οι πολίτες της βυθισμένοι στην πλάνη ακολουθούν τους ψεύτικους θεούς τους και αγνοούν τον ιδρυτή της Ουράνιας Πολιτείας. Κλείνοντας το έργο του περιγράφει την αιώνια τιμωρία των απίστων και το τέλος της γήινης πολιτείας. Επισφραγίζει το έργο με ένα εγκώμιο προς την Ουράνια Πολιτεία του Θεού και επιβεβαιώνει τη χριστιανική διδασκαλία για την ανάσταση των σωμάτων.

Η Πολιτεία του Θεού επηρέασε τη δυτική σκέψη, φιλοσοφική και θεολογική, και κυκλοφόρησε σε πολλά χειρόγραφα. Η διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου μέσα από τα κηρύγματα του μένει πάντα ζωντανή στις καρδιές των πιστών.

* Από το Νικόλαο Ζαρωτιάδη, μεταδιδάκτορα - ερευνητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Το πρώτο βιβλίο της Πολιτείας του Θεού κυκλοφορεί σε πρόσφατη νεοελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Ostracon.

Διαβάστε το άρθρο στο:

www.eleftheria.gr

Αναζητώντας την ελληνική ταυτότητα: Το πρόβλημα της «ελληνικότητας»