Κοινωνία - Πολιτική  /  Αρθρα - Συνεντεύξεις  /  Αχιλλέας Κούμπος, εφημερίδα «Ελευθερία» Λάρισας

13 Νοεμβρίου 2016

Αναζητώντας την ελληνική ταυτότητα: Το πρόβλημα της «ιδιότητας του πολίτη» 

«Πολίτης», σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι αυτός που «μετέχει κρίσεως και αρχής», αυτός δηλαδή που συμμετέχει ενεργά στην άσκηση της πολιτικής και νομοθετικής εξουσίας.

Ο πολίτης σε αυτή την περίπτωση ταυτίζεται με τον κυρίαρχο στο πολιτικό στερέωμα, σε αντίθεση με τον υπήκοο, που εξαναγκάζεται να τηρήσει τους νόμους του εκάστοτε εξουσιαστή. Για να κατανοήσουμε την έννοια της κυριαρχίας, ας σκεφτούμε ότι στο πολίτευμα της μοναρχίας μόνος πολίτης είναι ο μονάρχης, εν αντιθέσει με τη δίκαιη δημοκρατία όπου όλοι ανεξαιρέτως συμμετέχουν στον δημόσιο βίο. Το 1762 ο Ρουσσώ δηλώνει στον «Αιμίλιο ή περί αγωγής» ότι «καλοί κοινωνικοί θεσμοί είναι όσοι μπορούν καλύτερα να αλλοιώνουν τον άνθρωπο, να του αφαιρούν την απόλυτη ύπαρξή του για να του δώσουν μια σχετική και να μεταφέρουν το εγώ στην κοινή ενότητα, και να μην είναι ευαίσθητος παρά μονάχα μέσα στο όλον». Πιο κάτω δίνει το εξής υπέροχο παράδειγμα: μια Σπαρτιάτισσα είχε πέντε γιούς στο στρατό και περίμενε νέα από τη μάχη. Καταφθάνει ένας είλωτας κι εκείνη τον ρωτάει τρέμοντας τι έγινε. Αυτός της απαντάει ότι και οι πέντε της γιοί σκοτώθηκαν. Και η Σπαρτιάτισσα του επιτίθεται, «βρομερέ σκλάβε, αυτό σε ρώτησα εγώ;» Όταν την ενημερώνει ότι νίκησαν, η δύστυχη μητέρα έτρεξε στον ναό να ευχαριστήσει τους θεούς. Να ένας πολίτης που βάζει πάνω απ΄ όλα το έθνος της.

Όπως βλέπουμε, η συζήτηση για τον «πολίτη» ξεκινάει από την αρχαιότητα. Συνεχίζεται συστηματικά από τον 17ο αιώνα και μετά, ενώ η αναζωπύρωση που έλαβε χώρα από το 1990 ως σήμερα εμπλουτίζει την ιδέα του. Σήμερα η ιδιότητα του πολίτη έχει πάρει τη μορφή της πολιτικής ταυτότητας, πράγμα που τη διαχωρίζει σαφώς από τις επιμέρους προσωπικές ταυτότητες που εμπεριέχουν στοιχεία καταγωγής, γλώσσας, χρώματος, θρησκείας, φύλου, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.ά. Αυτές οι προσωπικές ταυτότητες, είτε ορίζονται γενετικά, είτε μεταβιβάζονται κοινωνικά. Το ότι είμαι λευκός ή μαύρος προσδιορίστηκε παρά τη θέλησή μου, το ότι με βάφτισαν χριστιανό ορθόδοξο ή μου έμαθαν ελληνικά είναι οικογενειακά και κοινωνικά προσδιορισμένο. Από την άλλη, το ότι μπορώ να επιλέξω μια άλλη θρησκεία είναι συνειδησιακή επιλογή, μια επιλογή της ελεύθερης βούλησής μου. Ο γενετικός προσδιορισμός και η κοινωνική μεταβίβαση της ταυτότητας, συναντώνται σε κάθε πολιτισμό και κάθε τύπο διακυβέρνησης. Όμως μόνο η ελεύθερη συνειδησιακή επιλογή είναι αυτή που μπορεί να ορίσει τελικά και ολοκληρωτικά την ταυτότητα, ακόμα και να την αλλάξει όποτε θελήσει. Αυτό μπορεί να το κάνει είτε ως συνειδησιακή αναθεώρηση της κοινωνικής μεταβίβασης ενός χαρακτηριστικού (αλλαγή θρησκείας), είτε ακόμα και της γενετικά προσδιορισμένης ταυτότητας (δυνατότητα αλλαγής φύλου). Αυτή η δυνατότητα αναθεώρησης είναι στοιχείο αποκλειστικά του σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος και συστατικό στοιχείο της μιας βαθειάς πολιτικής ταυτότητας. Έτσι, ο σύγχρονος πολίτης θα υπερασπιστεί μέχρι εσχάτων τη χώρα που του δίνει το δικαίωμα όχι μόνο να σκέφτεται ελεύθερα αλλά και να ζει ελεύθερος.

Η δημοκρατία όχι μόνο επιτρέπει αλλά και σε ένα βαθμό επιβάλει τον σκεπτικισμό, την κριτική και την αναθεώρηση του παραδεδομένου τρόπου ζωής που μάθαμε από την οικογένεια, το έθνος, τη θρησκεία κ.ά. Αυτό προϋποθέτει την ανεξαρτησία και την αυτονομία των μελών τους ώστε να είναι ελεύθεροι να επιτύχουν τους αποκλειστικά δικούς τους στόχους, όχι απλά να ακολουθήσουν αυτούς που διδάχτηκαν. Το ίδιο το εκπαιδευτικό μας σύστημα μάς παρέχει «γνωστικές και επινοητικές δεξιότητες» ώστε να είμαστε σε θέση να τα καταφέρουμε μόνοι μας μακριά από την αρχικής μας κοινότητα. Αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί σε ανθρώπους που δεν πηγαίνουν στο σχολείο, π.χ. οι τσιγγάνοι. Τα παιδιά αυτής της κοινωνικής ομάδας είναι απόλυτα εξαρτημένα από το περιβάλλον τους, αφού δεν είναι εφοδιασμένα με τις δεξιότητες που παρέχει το σχολείο, δεν γνωρίζουν άλλες γλώσσες, δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί μέσα από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, δεν έχουν ιδιοκτησία, δεν έχουν κουλτούρα συνεργασίας. Αυτό τους καθιστά ανελεύθερους σε σχέση με όσους φοιτούν στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, με λίγα λόγια δεν μπορούν να ενδυθούν την ιδιότητα του πολίτη, δεν είναι τελικά ελεύθεροι με την πολιτική έννοια του όρου.

Η ιδιότητα του πολίτη είναι απόλυτα συνυφασμένη με τη δημοκρατία. Είναι ένα πολιτικό ιδεώδες στο οποίο η ειρηνική συνύπαρξη και ο σεβασμός θεμελιώνουν τις σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Οι ελευθερίες, τα ατομικά δικαιώματα, η ισότητα, τίθενται σε κίνηση όχι μόνο από τους δίκαιους θεσμούς και τις διαδικασίες της δημοκρατίας (διάκριση εξουσιών, αρχή αντιπροσώπευσης, συνταγματικά δικαιώματα, κ.ά.) αλλά από την ενάρετη στάση του ίδιου του πολίτη. Αυτός ο πολίτης, ουδέτερος και αποστασιοποιημένος από τα στοιχεία της προσωπικής του ταυτότητας, γίνεται ο τώρα εγγυητής όχι μόνο της δικής του αυτοτέλειας και αυτοπροσδιορισμού αλλά και της ανεξαρτησίας του ίδιου του Έθνους του. Παραχωρεί και του παραχωρούν αυτονομία και ανεκτικότητα, ώστε να πραγματώσει τις επιλογές και τις φιλοδοξίες του σε ένα πολιτικό πνεύμα που ενθαρρύνει την προσωπική ελευθερία εν μέσω σεβασμού της συνταγματικής δημοκρατίας. Ο πολίτης δεν είναι ένας άμοιρος ευθυνών υπήκοος, αλλά ένα ενεργό πολιτικό μέλος (σε συνδικάτα, σε εθελοντικές οργανώσεις κ.ά.), ένα υπεύθυνο μέλος που ξέρει να ανέχεται και να συνεργάζεται, που νοιάζεται στον ίδιο βαθμό για τα προσωπικά ζητήματα όσο για τα δημόσια. Εν τέλει, ο πολίτης φέρει μέσα του μία ταυτότητα η οποία είναι το εργαλείο που απαιτείται ώστε το απομονωμένο άτομο να ενσωματωθεί ως ισότιμο μέλος και στον δημόσιο χώρο.

Ο πολίτης είναι ένας κριτής, ένας αναθεωρητής, ένας συνδιαμορφωτής. Ξέρει να αναγνωρίζει και να απολαμβάνει την προσωπική του ταυτότητα αλλά είναι σε θέση να την εγκαταλείψει, να ορθώσει το ανάστημα απέναντι τους, ακόμα και να επαναστατήσει, αν οι ιδέες που έχει σχηματίσει για το νόημα της ζωής του και τη δικαιοσύνη καταπιέζονται, κινδυνεύουν ή πλήττονται θανάσιμα. Τότε η πολιτική ανυπακοή νομιμοποιείται και ο πολίτης είναι σε θέση να ανατρέψει αυτή την κατάσταση και να αποκαταστήσει την ελευθερία του εντός της δημοκρατίας. Ο πολίτης είναι διαρκώς σε μια πνευματική κίνηση, ασκώντας κριτική στα κακώς κείμενα, συμμετέχοντας ενεργά στην πολιτική, αναζωογονώντας διαρκώς τα ιδεώδη της συνταγματικής δημοκρατίας που τον καθιστούν ελεύθερο. Όμως ποιο είναι ο προαπαιτούμενο ώστε ο πολίτης να σκέπτεται και να δρα κατά αυτόν τον τρόπο; Η ΠΙΣΤΗ του στην αξία των δημοκρατικών αρχών. Όπως μας θυμίζει ο Habermas, «οι θεσμοί της συνταγματικής ελευθερίας έχουν τόση αξία, όση τους αποδίδει ο λαός που τους χρησιμοποιεί». Άραγε, ποια η θέση όλων των ανωτέρω στη δική μας δημοκρατία, την ελληνική; Σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι πολιτικοί μας θεσμοί ως προς την επίτευξη των δημόσιων στόχων που θέτουν και σε ποιο βαθμό η πολιτική ταυτότητα των Ελλήνων μπορεί να εγγυηθεί την προστασία του κάθε δημόσιου αγαθού;

Το πρόβλημα της ελληνικής ταυτότητας δεν πάσχει σε διαπροσωπικό επίπεδο αλλά σε πολιτικό και το αληθινό πρόβλημα δεν εντοπίζεται σε ό,τι μας ενώνει αλλά σε αυτό που μας απομακρύνει τον έναν από τον άλλο. Η απουσία μιας ισχυρής πολιτικής ταυτότητας αποδυναμώνει την ίδια τη δημοκρατία, τους θεσμούς και στο τέλος τους πολίτες (πολιτικά όντα) οι οποίοι είναι ταυτόχρονα και πρόσωπα (φυσικά – ανθρώπινα όντα). Σε μια δημοκρατία είναι αδύνατον το ένα να αφήσει ανεπηρέαστο το άλλο. Αυτό σημαίνει ότι, όταν ισχυροποιείται το πρόσωπο εντός των δημοκρατικών θεσμών θα έπρεπε να ισχυροποιείται και ο πολίτης, και η ισχυροποίηση του πολίτη να ενδυναμώνει το πρόσωπο. Η δημοκρατική κρίση ξεκινά όταν το πρόσωπο ανεξαρτητοποιείται από τον πολίτη, όταν το ένα αντιμάχεται το άλλο. Αυτό είναι εύκολο να το αντιληφθούμε αν δούμε τη σκέψη και την πρακτική του Έλληνα: οτιδήποτε ονομάζεται δημόσιο αγαθό χρησιμοποιείτε κατά το δοκούν μονάχα για το προσωπικό συμφέρον, χωρίς πνεύμα και διάθεση προστασίας του. Η σημερινή οικονομική κρίση είναι κυρίαρχα δημοκρατική κρίση, μια δημοκρατική κρίση που την ορίζω ως μια γιγάντια απόσταση ανάμεσα στον πολίτη και το πρόσωπο.

Η δημοκρατία, τουλάχιστον στις πρώτες της φάσεις, εγκαθιδρύεται και εμβαθύνεται από τα θυελλώδη συναισθήματα αγάπης που τρέφουμε για αυτή και τις αρχές της. Αν όμως είμαστε προσεκτικοί θα παρατηρήσουμε ότι σε επόμενα στάδια, η επίδραση του άμετρου αντιευρωπαϊσμού ή των πρόσφατων φασίζουσων παρεκτροπών (παλιότερα του κομμουνισμού και του αντικομουνισμού), όχι μόνο εξασθενούν τη δημοκρατική πίστη που είναι απαραίτητη για να ορθοποδήσουμε αλλά, αντίθετα, ενθαρρύνουν μια αχαλίνωτη εθνικιστική παράνοια στην οποία έχουμε δυστυχώς μεγάλη εμπειρία. Οι εμφύλιοι πόλεμοι, η Μεγάλη Ιδέα με τα δεινά της, ο εθνικός διχασμός, οι δικτατορίες, όχι μόνο δεν διδάσκουν τίποτα, αλλά έχουμε και πολλά παραδείγματα Ελλήνων που αναπολούν μια νέα επταετία χούντας, ως τη σωτηρία του έθνους μας. Άπαξ και συμβεί κάτι ανάλογο σήμερα οι συνέπειες θα είναι συγκλονιστικά τρομακτικές, προς το χειρότερο φυσικά.

Μέσα σε αυτή την ιδεολογική σύγχυση, βλέπουμε τα οικονομικά προβλήματα της χώρας μας και γινόμαστε όλο και πιο απρόθυμοι να πιστέψουμε στην αξία της δημοκρατίας. Μάλιστα μπορεί να θεωρούμε ότι η δημοκρατία δημιουργεί τη φτώχεια και τις ανισότητες. Όμως η δημοκρατία είναι κάτι περισσότερο από οικονομία και διαχείριση και η φτώχεια είναι συνέπεια της αναιμικής δημοκρατίας όχι της ισχυρής. Όταν μιλάω για αναιμική δημοκρατία εννοώ μια δημοκρατία χωρίς καθολικά προσβάσιμους θεσμούς, χωρίς ισότητα ευκαιριών, χωρίς υπεύθυνη ελευθερία, χωρίς αμερόληπτη δικαιοσύνη, χωρίς αντιπροσώπευση της κοινωνίας.

Οι θεσμοί μας δεν έχουν τη δύναμη να υπηρετήσουν τη δημοκρατία γιατί οι Έλληνες δεν πιστεύουν αληθινά σε αυτή. Ίσως η δημοκρατία είναι το μόνο πολίτευμα που έχει τόση ανάγκη τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας και όχι την κορυφή. Κάθε ιδεώδες, όπως το δημοκρατικό, απαιτεί έναν πιστό. Οι πολιτικές κατασκευές (ακόμα και το Σύνταγμα) είναι αναγκασμένες να υποκύψουν σε κάθε πίστη, αργά ή γρήγορα, όσο γραφειοκρατική και άτεγκτη κι αν γίνει. Η πίστη στην αξία των ιδεωδών της δημοκρατίας είναι ό,τι πιο στέρεο υπάρχει σε μια σειρά από τεχνητές κατασκευές όπως οι νόμοι, ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός, η αστυνομία, ο στρατός, κ.τλ. Η πίστη στη δημοκρατία κρίνεται απαραίτητη για την λειτουργία της και ο πολίτης είναι η απάντηση στη συνεχόμενη έκπτωση της δημοκρατίας. Ένας Πολίτης με χαρακτήρα Πιστού. Μια «πολιτική θρησκεία» είναι η πραγματική εγγύηση της ισχυρής και δίκαιης δημοκρατίας. Ο πολίτης δίνει τις οδηγίες στους πολιτικούς.

Αυτοί, απλά τις εφαρμόζουν.

Διαβάστε το άρθρο στο:

www.eleftheria.gr

Αναζητώντας την ελληνική ταυτότητα